Ως Άλωσις της Τριπολιτσάς καταγράφεται στην νεώτερη ελληνική ιστορία η κατάληψη της σηματικότερης «τουρκόπολης» της Πελοποννήσου, της σημερινής Τρίπολης, από τους επαναστατημένους Έλληνες, σαν σήμερα στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, έξι μήνες μετά από την έναρξη της Επανάστασης.
Το χωριό μας δεν ήταν αμέτοχο στην Επανάσταση του ’21… Επικεφαλής των επαναστατημένων Μουλατσιωτών ήταν ο Σάββας Νικολόπουλος, τα άρματα του οποίου φυλάσσονται στο Εκκλησιαστικό Μουσείο Ελληνικού. Ο Φωτάκος καταγράφει την πρώτη επαναστατική πράξη στις 21 Μαρτίου 1821, στον μικρό ποιμενικό οικισμό «Βλάχικα», κάτω από την σημερινή Ιερά Μονή Αγίου Νικοδήμου. Ο σκοπός ήταν φτάσουν στην Καρύταινα και να τεθούν στην διάθεση του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Ο Γέρος του Μωριά, όταν ερχόταν στο Μουλάτσι, διανυκτέρευε στο σπίτι του Κουσιουρή (σημερινό ξενοδοχείο «Έλαφος»). Πιο πέρα από τα πλατάνια του Αγιάννη, συγκέντρωνε τους Μουλατσιώτες και τους εμψύχωνε για τον αγώνα ενάντια στον κατακτητή. Το σημείο αυτό λέγεται ακόμα και σήμερα «Του Στρατηγού η Ράχη», ενώ η προτομή του Στρατηγού δεσπόζει στην πλατεία του χωριού μας…
Η Άλωση της Τριπολιτσάς, τον επόμενο Σεπτέμβρη, εδραίωσε την Ελληνική Επανάσταση κατά των κατακτητών Οθωμανών Τούρκων στην Πελοπόννησο. Την κατάληψη, όπως είναι γνωστό, ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού, παρά την αντίθεση του Κολοκοτρώνη και των περισσότερων καπεταναίων. Από τη σφαγή εξαιρέθηκαν οι Αλβανοί υπερασπιστές της πόλης, οι οποίοι είχαν στο μεταξύ συνθηκολογήσει. Η εισβολή ωστόσο των επαναστατημένων και μανιασμένων Ελλήνων στην τουρκοκρατούμενη πόλη «υπερέβη κατά πολύ τον στρατιωτικό χαρακτήρα της», όπως περιγράφεται με μοναδικό τρόπο στο παρακάτω κείμενο…
Το λύθρο του αίματος…
Το επαναστατικό στράτευμα που είχε κυκλώσει την Τριπολιτσά τον Σεπτέμβριο του 1821 ήταν χωρισμένο σε τέσσερα σώματα με διοικητές τον Κολοκοτρώνη, τον Γιατράκο, τον Αναγνωσταρά και τον Πέτρο Μαυρομιχάλη. Ήταν κοινό μυστικό ότι η πρωτεύουσα του Μοριά έκρυβε μεγάλους θησαυρούς και φυσικά τα χαρέμια του Χουρσίτ Πασά. Από τη στιγμή που η τύχη της είχε κριθεί, το μόνο που απέμενε ήταν η παράδοση ή η εισβολή. Μόνο που αυτή τη φορά η επιχείρηση υπερέβαινε κατά πολύ τον στρατιωτικό χαρακτήρα της.
Ο Υψηλάντης, βέβαια, πιστός στα στρατιωτικά του καθήκοντα, είχε φροντίσει να οριστεί επακριβώς η διανομή της λείας, τί θα ανήκε στους εισβολείς, τί θα πήγαινε στο ανύπαρκτο Εθνικό Ταμείο. Ανάλογους όρους είχε εκφράσει για τη συμπεριφορά απέναντι στους αιχμαλώτους. Ωστόσο, παρ’ ότι ξένος, θα πρέπει να είχε συναισθανθεί και ο ίδιος ότι τα όσα θα ακολουθούσαν ασφαλώς θα κονιορτοποιούσαν τα όποια μέτρα είχαν ληφθεί. Ως εκ τούτου έπραξε σοφά και απομακρύνθηκε από την πολιορκία προς τις ακτές τού Κορινθιακού. Ουσιαστικά τους είχε αφήσει μόνους, ραγιάδες και Τούρκους, να λύσουν τους λογαριασμούς τους διά της σφαγής.
Σφαγές του άμαχου λαού από εισβολείς είναι συνηθισμένες στα πολεμικά χρονικά. Μόνο που κατά την άλωση τής Τριπολιτσάς δεν έχουμε έναν οργανωμένο στρατό που καταλαμβάνει μια πόλη, αλλά μια σπαρακτική εθνοφυλετική εκδίκηση. Τα θύματα αίφνης βρέθηκαν σε μια απόλυτη θέση ισχύος, τους ανατέθηκε ο ρόλος τού δημίου χωρίς να υπάρχει ανασταλτικός παράγοντας. Η μαύρη τελετή δεν έκανε διάκριση σε ηλικίες, φύλο, θρησκεία, εθνότητα (οι δυο χιλιάδες Εβραίοι τής πόλης κατακρεουργήθηκαν με πρωτοφανή ωμότητα).
Αυτόπτης μάρτυς ο Φωτάκος, περιγράφει τους Υδραίους με τα μαχαίρια τους (τους «σαλτιρμάδες») που πελεκούσαν όποιον έβρισκαν. «Ακόμη και τώρα έρχεται εις τον νουν μου το λιάνισμα και το τρίξιμον τών κοκκάλων και ανατριχιάζω. Τους επαρακάλεσα να παύσουν την σφαγήν, αλλά δεν εκατόρθωσα τίποτε, μάλιστα εφοβήθηκα μη μου δώσουν και εμένα καμίαν πληγήν. Τόση ήτο η μέθη των διά να σκοτώνουν Τούρκους!».
Ο απόηχος της σφαγής δεν έκανε μόνο τον γύρο των απανταχού ραγιάδων, αλλά έφτασε ως τα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης, όπου τα φιλελληνικά κομιτάτα ήρθαν σε δύσκολη θέση. Πώς να υπερασπιστούν ανθρώπους που ξεπέρασαν τα όρια τής βαρβαρότητας και της κτηνωδίας; Εν τούτοις αυτό που θεωρήθηκε εθνική ντροπή ήταν στην πραγματικότητα μια εθνική ανάταση, έστω και ανόσια. Μόνο με την άλωση της Τριπολιτσάς οι ραγιάδες μυήθηκαν στο βαθύτερο νόημα του πολέμου που είχαν κηρύξει. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στους δύο λαούς. Ο πόλεμος θα έφτανε μέχρις εσχάτων.
Μέσα στην πρωτάκουστη αιματοχυσία και στο λύθρο* οι επαναστάτες έπαιρναν ουσιαστικά το αληθινό πολεμικό βάπτισμα. Και βέβαια δεν χρειάζεται να δικαιολογούμε τις μαύρες σκηνές που εκτυλίχθηκαν στους δρόμους και στα σπίτια τής πρωτεύουσας με το μένος αιώνων κατά του τυράννου. Οι Μοραΐτες μετρούσαν μόνον έναν αιώνα σκλαβιάς. Είχαν όμως ανάγκη μια κατάσταση απολύτου ασυδοσίας για να ανακτήσουν τη φυλετική τους αυτοπεποίθηση. Και την ανέκτησαν με μια αθεμιτουργία που δεν βρήκε ποτέ τον υμνητή της. Το νεοσύστατο κράτος είχε ανάγκη την προβολή ηρωικών θυσιών. Το Μεσολόγγι απέβη εθνικό σύμβολο, ενώ η Τρίπολη αποσιωπήθηκε…




Σε ένα σχόλιο στο αναρτημένο στο Facebook ως άνω δημοσίευμα, αναφέρεται ότι «Απελευθέρωση, δικιά μας ήταν, όχι άλωση»… Πριν από χρόνια επιχειρήθηκε να καθιερωθεί ο όρος «Απελευθέρωση της Τριπολιτσάς», αλλά εν τέλει επικράτησε ο καθιερωμένος όρος «Άλωση», που είναι και το ορθόν. Αλλιώς θα επρόκειτο για …απελευθέρωση Οθωμανών Τούρκων από Έλληνες! Η Τριπολιτσά τότε ήταν «τουρκόπολη»… Με την ευρύτερη έννοια, βέβαια, η Άλωση της Τριπολιτσάς συνέτεινε τα μέγιστα, αν όχι εκ των ων ουκ άνευ, στην απελευθέρωση, των Ελλήνων από τον τουρκικό ζυγό (όπως άλλωστε συμπεραίνεται και από το παραπάνω δημοσίευμα).