Κάθε χρόνο, όσο πλησιάζει το Πάσχα, το μυαλό μας ταξιδεύει στα παιδικά μας χρόνια. Τέτοιες μέρες Πασχαλιάς, όλοι ήταν επιφορτισμένοι με τις ετοιμασίες, οι μεγάλοι με τα του σπιτιού, οι μικροί με τη χαρά των διακοπών του Πάσχα, με χαρά αντάμωναν οι ντόπιοι με του ερχόμενους από την Αθήνα. Το Σάββατο του Λαζάρου να πάμε τα παιδιά να φέρουμε βάγια κάτω από τα Πηγάδια, για να στολιστεί η εκκλησία για την επομένη την Κυριακή των Βαΐων. Από την Κυριακή των Βαΐων το βράδυ όλοι στην εκκλησία για τις Ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, ο Παπακώστας, οι ψάλτες ο Μήτσιος Καλομοίρης, ο Μήτσιος Κόνιαρης (Γυφτομήτσιος)…
Σε μας τα παιδιά του σχολείου, μας προκαλούσε δέος, που βλέπαμε το γέροντα Γυφτομήτσιο, όλη την Ακολουθία και τη Θεία λειτουργία, να κοιτάζει την Ωραία Πύλη και να ψέλνει χωρίς να κοιτάξει το ψαλτήρι και τα βιβλία, τα ήξερε όλα απέξω. Πιο πίσω στο παγκάρι οι επιτρόποι, που φρόντιζαν τα πάντα και χτύπαγαν τις καμπάνες, ο Γιάννης Παπαντωνίου (Τσαγκαρόγιαννης), ο Γιώργης Κόνιαρης του Σάββα, ο Παναγιώτης Φουρλής, ο Γιώργης Γεωργαντάς του Γρηγόρη, ο Γιώργης Γκριτζιάς, πιο δίπλα η Κική Γεωργαντά φρόντιζε για την καθαριότητα της εκκλησίας, όλοι τους μακαρίτες. Μέσα στο ιερό, τέσσερα - πέντε παιδιά βοηθούν τον Παπακώστα βγαίνοντας με τις λαμπάδες, τα εξαπτέρυγα και το θυμιατό, φορούσαν στολές θυμάμαι κάτι κόκκινες και σιέλ με χρυσαφί ούγια και χρυσαφί σταυρό στην πλάτη τους, χρονιά με τη χρονιά ψήλωναν τα παιδιά και η στολή έφτανε κοντά στα γόνατά τους.
Περνώντας από τις ασβεστωμένες αυλές και μάντρες, τραβούσαμε για την εκκλησιά, κάθε βράδυ ο Αγιολιάς γεμάτος, πολλοί είχαν και βιβλιαράκι με τις Ακολουθίες και παρακολουθούσαν σιγοψέλνοντας, όλη την Μεγάλη Εβδομάδα, στο Ευχέλαιο να μας βάλει ο Παπακώστας λάδι στο κούτελο, στα Δώδεκα Ευαγγέλια μεγάλη συγκίνηση μετά το έκτο ευαγγέλιο που έβγαζε ο Παπάς τον Εσταυρωμένο από το Ιερό ψάλλοντας το «Σήμερον κρεμάτε επί ξύλου» και οι καμπάνες να ηχούν λυπητερά. Μετά το τέλος τα κορίτσια του χωριού να στολίσουν τον Επιτάφιο με αγριολούλουδα της Άνοιξης του χωριού μας, με λουλουδάκια και κλωστές έκαναν μπούρλιες και τα κρεμούσαν στον Επιτάφιο.
Ο Επιτάφιος…
Την Μεγάλη Παρασκευή η Ακολουθία του Επιταφίου, με κατάνυξη όλοι στην εκκλησία, τα μικρά κορίτσια του χωριού είχαν μαζέψει λουλούδια από τα χωράφια και έριχναν στον Επιτάφιο όταν ο ιερέας έψελνε το «Έραναν τον Τάφον», οι μεγαλύτερες κοπέλες του χωριού γύρω από τον Επιτάφιο έψελναν το «Ζωή εν τάφω». Μετά η περιφορά στην πλατεία του χωριού, κάποιες χρονιές παλιά η περιφορά έφτανε στον Ιερό Ναό του Αγίου Ιωάννη στο Κοιμητήριο. Την επομένη με χαρά όλοι στην Ανάσταση το βράδυ στις έντεκα και τα μεσάνυχτα για το «Δεύτε λάβετε φως» και «Χριστός Ανέστη», ο Παπακώστας με ένα κερί έπαιρνε το Άγιο Φως από την άσβεστη κανδήλα πίσω από την Αγία Τράπεζα. Το έφερνε στην Ωραία Πύλη και όλοι στριμώχνονταν για το ποιος θα ανάψει πρώτος τη λαμπάδα του… Με προσοχή να πάμε τη λαμπάδα με το Άγιο Φως στο σπίτι και να κάνουμε το σημείο του σταυρού στην εξώπορτα και μετά στο σπίτι για τη μαγειρίτσα που μοσχοβόλαγε μυρώνι ανοιξιάτικο.
Δεν ξέρω πότε ξεκίνησε η μοναδικότητα που έχουμε στην εκκλησία μας, οι άνδρες να κάθονται από τη μέση και μπροστά και οι γυναίκες από τη μέση και πίσω του ναού, σε αντίθεση με το αριστερά οι γυναίκες και δεξιά οι άνδρες που ακολουθείται στις άλλες εκκλησίες.
Στα σπίτια οι νοικοκυρές όλες τις μέρες είχαν να ετοιμάσουν το σπίτι, να καθαρίσουν να ασπρίσουν τις αυλές, να περιποιηθούν τα λουλούδια στις γλάστρες και στα παρτέρια, να ετοιμάσουν τα γλυκά, τα λαμπροκούλουρα, να βάψουν τα αυγά, να ζυμώσουν την λαμπροκουλούρα, να πήξουν τη γιαούρτι, οι άνδρες να ετοιμάσουν το αρνί, τις ψησταριές, τους φούρνους, τα ξύλα για τη φωτιά, ταυτόχρονα να μαζέψουν τις δουλειές της καθημερινότητας.
Ο Ζαχαριάς…
Την Μεγάλη Πέμπτη κάθε χρόνο στην πλατεία ήταν σταθμευμένο ένα φορτηγό, ήταν του Γιάννη Παπαντωνίου, του Ζαχαριά, που είχε έρθει από την Αθήνα. Εκεί περίμενε να φέρουν τα δέματα όσων κατοίκων δεν θα έρχονταν οι συγγενείς για να γιορτάσουν το Πάσχα μαζί στο χωριό και τους έστελναν διάφορα καλούδια στην Αθήνα, αρνιά, αυγά, γιαούρτι, τυρί, χόρτα για τη μαγειρίτσα, όλα τα καλά του χωριού, έβλεπες όμως στα πρόσωπα των αποστολέων την μελαγχολία που δεν θα έρθουν οι δικοί τους να γιορτάσουν όλοι μαζί. Επίσης οι τσοπάνηδες του χωριού έστελναν αρνιά στους ιδιοκτήτες των κτημάτων που είχαν νοικιάσει για τη βόσκηση του κοπαδιού τους. Αφού φόρτωνε ο Ζαχαριάς τα πράγματα αποχαιρετούσε και έφευγε για την Αθήνα, όπως οι του χωριού ήξεραν πότε θα φύγει για να συγκεντρώσουν τα πράγματα έτσι και αυτοί που είχαν να παραλάβουν τα δέματα τον περίμεναν στην Αθήνα στο Μοναστηράκι.
Τα «καρυδάκια»…
Ενώ όλοι ετοιμάζονταν για τη μεγάλη βραδιά της Ανάστασης, μια άλλη ομάδα νεαρών έως τελείως νεαρών, με απόλυτη μυστικότητα και με καθοδηγητές τους μεγαλύτερους νεαρούς, σε διάφορα απόμερα σημεία του χωριού, στη σημερινή ορολογία, θα τα έλεγα αυτά τα μέρη γιάφκες, εκεί λοιπόν με άκρα μυστικότητα, είχαν προμηθευτεί τα απαραίτητα και κατασκεύαζαν τα περίφημα «καρυδάκια», τα κατά τον υπόλοιπο κόσμο βαρελότα. Τα υλικά κατασκευής ήταν μαύρη μπαρούτι δημητσανίτικη, βραδύκαυστο μαύρο φιτίλι, παλιά τραπουλόχαρτα, παλιές εφημερίδες και σπάγκος (γκιούλι).
Με δυο τραπουλόχαρτα έφτιαχναν ένα χωνί, στην άκρη του έβαζαν ένα κομμάτι φιτίλι 3 - 4 εκατοστά, έβαζαν μέσα στο χωνί μια κουταλιά της σούπας μπαρούτι, το στούπωναν με χαρτί εφημερίδας και μετά ξεκινώντας από το φυτίλι το τύλιγαν σφίγγοντας δυνατά με το σπάγκο σε όλη του την επιφάνεια. Η προμήθεια της μπαρούτης γινόταν από οπλοπωλεία της Μεγαλόπολης και από τη Δημητσάνα. Τη μαύρη μπαρούτι τη χρησιμοποιούσαν στα εμπροσθογεμή όπλα, το φιτίλι το βρίσκαμε στο χωριό, γιατί όλο και κάπου είχαν κρατήσει για κάν’α φουρνέλο, να σπάσουν κάν’α βράχο… Θυμάμαι, την τελευταία φορά που φτιάξαμε, είχε ο μακαρίτης ο πατέρας μου, αλλά το πήρε χαμπάρι ότι θα το υπεξαιρέσω και το έκρυψε… Τί να κάνω, έμαθα πως έχει ο μακαρίτης ο Τάκης ο Κωλέτσης, του ζήτησα και μου έδωσε. Τραπουλόχαρτα βρίσκαμε στα καφενεία από παλιές φθαρμένες τράπουλες.
Αυτή την μέθοδο την μαθαίναμε κάθε χρόνο οι νεότεροι από του μεγαλύτερους, δεν είναι ψέμα αν πούμε ότι τα παιδιά που βοήθαγαν τον Παπακώστα στο Ιερό τη μια χρονιά, την επομένη τον «πολιορκούσαν»! Το βράδυ της Ανάστασης έβαζαν τα καρυδάκια σε τσάντες ή σε σακούλι και έχοντας το νου τους, γιατί καμία φορά ερχόντουσαν χωροφύλακες από τη Στεμνίτσα, έπιαναν θέσεις γύρω από τον Αγιολιά περιμένοντας να πει ο Παπακώστας «Δεύτε λάβετε φως» και «Χριστός Ανέστη». Τότε βάζοντας ένα σπίρτο στην άκρη στο φιτίλι, τραβώντας το κουτί με τα σπίρτα άναβε το σπίρτο και το φιτίλι το πέταγαν στον τοίχο της εκκλησίας περιμένοντας να ακούσουν τον κρότο. Αν δεν έκανε καλό κρότο λέγανε ήταν τζούφιο. Τα παλιότερα χρόνια έριχναν και το μάσκουλο, ένα αυτοσχέδιο μεταλλικό εργαλείο που το γέμιζαν με μπαρούτι και το άναβαν με φυτίλι. Τη διαδικασία αυτή την είχαν αναλάβει ο Γεώργιος Γεωργαντάς (Γεωργατσέας) και ο Γεώργιος Μπαρμπαλιάς (Αποστολογιώργης).
Ο Πηλάλας…
Το 1970 υπηρετούσε στο χωριό ένας έκτακτος Αγροφύλακας, ο οποίος επειδή από υπερβάλλοντα ζήλο έτρεχε όλη τη μέρα να πιάσει καν’αν παραβάτη, τον είχαν βγάλει και τον έλεγαν «Πηλάλα», είχε και μια σφυρίχτρα και όπου στεκόταν σφύραγε, για να κάνει έντονη την παρουσία του Το βράδυ της Ανάστασης είχε σιδερώσει τη στολή του, είχε γυαλίσει τα κουμπιά της, με το πηλήκιο, γιατί όπως έλεγε την σήμερον ημέρα το κουμπί μετράει… Είχε έρθει στην εκκλησία, μόλις άρχισε η ρίψη των πυρομαχικών αμέσως βγήκε έξω για να επιβάλει την τάξη και την απαγόρευση, όταν τον είδαν οι μπουρλοτιέρηδες να πλησιάζει, του έριξαν μερικά στα πόδια και φοβούμενος μην του καεί η στολή απομακρύνθηκε και περιορίστηκε να σφυρίζει δυο τρις φορές για να σώσει το γόητρο του οργάνου της τάξης…
Βοήθησε ο Θεός, που σ΄ αυτές τις γιάφκες δεν έγινε κανένα ατύχημα με τη μπαρούτι που υπήρχε γύρω. Θυμάμαι κάπου το 1970, ο μακαρίτης ο Τάκης ο Δρούλιας είχε πάει και έφτιαχνε καρυδάκια κάτω από τον Αγιογιώργη σε μια πατουλιά, εκεί κάποια δοκιμή πήγε να κάνει και κάηκε στο πρόσωπο, θυμάμαι που του έβαζαν κηραλοιφή για να περάσει.
Εξομολόγηση…
Ήταν Πάσχα του 1979, πηγαίναμε στο Λύκειο στη Μεγαλόπολη, εγώ είχα εκείνη τη χρονιά συνεργασία στην κατασκευή των «καρυδιών» με τον Βασίλη Βασιλόπουλο του Νιόνιου, είχαμε φτιάξει γύρω στα 120 ο καθένας, ήρθε η μέρα να φύγουμε να πάμε στο χωριό, την Παρασκευή πριν το Σαββάτο του Λαζάρου, λόγω των εκτάκτων δαπανών για την αγορά μπαρούτης και σπάγκου, δεν είχαμε λεφτά για εισιτήριο στο ΚΤΕΛ, οπότε βγήκαμε στο δρόμο να βρούμε κανέναν να μας πάρει. Είχαμε βγει έξω από τη Μεγαλόπολη, στην κατηφόρα στο Αρχαίο Θέατρο, όταν ακούσαμε έναν γνώριμο ήχο αυτοκίνητου, ήταν ο Παπακώστας με το Φολκσβάγκεν τον Σκαραβαίο, κοιτιόμαστε με το Βασίλη, ωχ λέμε, σταματάει ο Παπακώστας μας λέει ελάτε να σας πάρω, βγαίνει η Παπαδιά για να μπούμε στο πίσω κάθισμα, μπαίνουμε μέσα την τσάντα να την κρατάμε σφιχτά στην αγκαλιά, στο δρόμο μιλιά εμείς, μας ρωτάτε για τα μαθήματα, για τους καθηγητές, εμείς με το ζόρι απαντάγαμε, είχαμε και οι δυο έναν κόμπο στο λαιμό, πως μέχρι να φτάσουμε θα ανακαλύψουν τα πυρομαχικά μας, τέλος φτάσαμε με το καλό στο χωριό, δεν πήρε χαμπάρι τίποτα ο Παπακώστας και την Ανάσταση τον «πολιορκήσαμε», μετά από πολλά χρονιά λίγο πριν πεθάνει, του εξομολογήθηκα πως άθελα του βοήθησε στη μεταφορά πυρομαχικών για τον εορτασμό της Ανάστασης!
Με τον καιρό αυτή η εγχώρια παραγωγή ατόνησε ελλείψει πρώτων υλών, αλλά και από αθέμιτο ανταγωνισμό, από εισαγόμενα κινέζικα βαρελότα που έφερναν οι Αθηναίοι, με τις κούτες. Φυσικά οι μικροί τότε μπουρλοτιέρηδες ποτέ δεν ξεχάσαμε αυτό το έθιμο και με νοσταλγία κάθε χρόνο το αναπολούμε.
Πάσχα, Κυρίου Πάσχα…
Την επομένη, το πρωί της Κυριακής του Πάσχα, σε όλο το χωριό κάπνιζαν φωτιές, είχαν σηκωθεί πρωί και προετοίμαζαν το ψήσιμο του αρνιού στις σούβλες ή στους φούρνους. Προχωρώντας η μέρα, την ανθισμένη φύση του χωριού μας πλημμύριζαν τραγούδια γέλια και χαρές, που και που έσκαγαν και ’κανα «καρυδάκι»…
Καλή Ανάσταση, πατριώτες και φίλοι, με Υγεία!



